Διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας: Ξεκινούν με πολύ χαμηλές προσδοκίες

0
44

Με θέα το Βόσπορο, αλλά στο σαράι των τελευταίων Σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ανάκτορο Ντολμαμπαχτσέ, θα ανοίξει η αυλαία του 61ου γύρου των διερευνητικών επαφών.

Μικρό καλάθι κρατά, σύμφωνα με πληροφορίες, το Μέγαρο Μαξίμου για τον 61ο κύκλο των διερευνητικών επαφών, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ο οποίος ξεκινά σήμερα, Δευτέρα 25 Ιανουαρίου.

Όπως σταθερά εκπέμπεται το τελευταίο χρονικό διάστημα στο ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο αλλά και από όλες τις βαθμίδες των διπλωματικών διαύλων, η ελληνική αποστολή προσέρχεται «με αισιοδοξία, αυτοπεποίθηση και με ελπίδες αλλά και με μηδενική αφέλεια».

Δεκαεννιά χρόνια, άλλωστε, μετά την έναρξη των άτυπων διαπραγματεύσεων η πρόοδος που έχει σημειωθεί είναι σχεδόν μηδαμινή, ενώ τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η πολεμική ρητορική από την πλευρά των γειτόνων δεν αφήνει στην Αθήνα πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες διπλωμάτες προσέχονται στις συζητήσεις βάζοντας στο τραπέζι ένα μόνο αντικείμενο διαπραγμάτευσης: την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

Την ίδια ώρα, οι γείτονες επιθυμούν μια πιο διευρυμένη ατζέντα, εκτιμώντας ότι έτσι υπάρχει η πιθανότητα να κερδίσουν κάτι… παραπάνω. Η ελληνική πλευρά, πάντως, εμφανίζεται αμετακίνητη από τη βασική, διαχρονική, της θέση, μη θέλοντας να δώσει περιθώρια παρερμηνειών στους γείτονες. Βασικό μήνυμα που εκπέμπει το Μέγαρο Μαξίμου είναι πως και οι δυο θα πρέπει να προσέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου καλή τη πίστη, δεδομένου ότι εδώ και πέντε χρόνια δεν υπήρξε καμία εξέλιξη. Αντιθέτως η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλήθηκε να αντιμετωπίσει σε πλείστες περιπτώσεις την Τουρκική προκλητικότητα, τόσο στο Αιγαίο όσο και στον Έβρο, ενώ οι απειλές περί casus belli φαίνεται ότι επανέρχονται, από την πλευρά του γειτόνων, στο προσκήνιο, λίγα 24ώρα προτού ξεκινήσουν οι άτυπες συζητήσεις.

Άλλωστε η επιμονή της Άγκυρας, να μεταβάλλει το προκαθορισμένο πλαίσιο των συνομιλιών, αξιώνοντας μια διευρυμένη ατζέντα, δεν επιτρέπει «ψευδαισθήσεις που πέφτουν στο κενό» όπως ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη προ ημερών.
Όμως είναι σαφές ότι η Αθήνα δεν σκοπεύει να εμπλακεί στο παιχνίδι του «μουτζούρη» και να χρεωθεί μια αποχώρηση από τις συζητήσεις.

Άλλωστε, η επανεκκίνηση των διερευνητικών συνομιλιών σε αυτήν την συγκυρία, όπως λέει στο CNN Greece κυβερνητική πηγή, αποτελεί μια ευκαιρία.

Σε αυτήν την αφετηρία, άλλωστε, η Αθήνα έχει διευρύνει τα διπλωματικά της ερείσματα, και όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, από την ίδια πηγή ενημέρωσης «δεν είμαστε μόνοι μας».

Επιπλέον έχει μεγεθυνθεί η διπλωματική θωράκιση των εθνικών θέσεων και επιδιώξεων, με το αποτύπωμα που του διεθνούς δικαίου στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, που δημιουργούν οι συμφωνίες που έχει συνάψει η χώρα με την Ιταλία και την Αίγυπτο, αλλά και την επικείμενη επίλυση του ζητήματος με την Αλβανία.

Η θετική εξέλιξη φυσικά εξαρτάται από το εάν θα καταγραφεί σε αυτήν την φάση η «τουρκική διαλλαγή», όπως εξηγεί στο CNN Greece η ίδια κυβερνητική πηγή.

Σε κάθε περίπτωση, η βασική εκτίμηση που γίνεται αυτήν την στιγμή, θέλει την τουρκική τακτική να μην τινάζει κατευθείαν στον αέρα τις συνομιλίες.

Αντιθέτως, θεωρείται ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να «τραβήξει τη χρονική διάρκεια και το εύρος τους», όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Αυτή η πρόβλεψη μεταφράζεται σε ακόμη ένα ραντεβού σε ελληνικό έδαφος, τον ερχόμενο Φεβρουάριο και τις συνομιλίες να εκτείνονται ακόμη και σε βάθος εξαμήνου.

Στην επιλογή αυτής της κατεύθυνσης, συνηγορούν, κατά την ελληνική ανάλυση, η ανάγκη της τουρκικής ηγεσίας για έναν αντιπερισπασμό στο εσωτερικό μέτωπο, από την πίεση της πανδημίας.

Ακόμη, επισημαίνεται το ορόσημο της 25ης Μαρτίου, όταν και είναι προγραμματισμένη η συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που θεωρείται και η σύνοδος των κυρώσεων.

Επιπρόσθετα για την Άγκυρα υπάρχει η μεταβλητή της νέας αμερικανικής ηγεσίας.

Μετά την επιβολή των κυρώσεων για τους S-400, τα μηνύματα που εκπέμπονται από την αμερικανική διπλωματία, προμηνύουν οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον θα επηρεάζονται από το βαρομετρικό χαμηλό που επικρατεί το τελευταίο διάστημα

Η Χάγη και οι διαφωνίες

Με δεδομένο, λοιπόν, το κλίμα που έχει διαμορφωθεί η κυβέρνηση φαίνεται να ελπίζει σε μια τουλάχιστον κατ’ αρχήν συμφωνία, προκειμένου η υπόθεση να επιλυθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. «Εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία για διαπραγματεύσεις, που τυχόν ακολουθήσουν τις διερευνητικές, οι δύο πλευρές θα πρέπει να συμφωνήσουν σε κείμενο συνυποσχετικού που θα υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης», είπε πρόσφατα ο ίδιος ο Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, μια επιλογή που σίγουρα θα έχει συμβιβασμούς και ουδείς μπορεί να γνωρίζει ακριβώς την κατάληξή της.

Εξού, κιόλας, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έβαλε ήδη ένα νέο (εσωκομματικό) πονοκέφαλο στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ξεκαθάρισε, σε συνέντευξή του, ότι διαφωνεί πλήρως με την προσφυγή στη Χάγη: «Μην κάνετε λάθος αυτό που μας ζητούν δεν είναι να προσφύγουμε στη Χάγη με βάση το διεθνές δίκαιο γιατί η Τουρκία δεν δέχεται το διεθνές δίκαιο της θάλασσας ούτε το έχει υπογράψει και άρα τέτοιο κοινό πλαίσιο προσφυγής δεν υπάρχει. Άλλος τρόπος βέβαια θα ήταν να συρθούμε στην Χάγη υπογράφοντας συνυποσχετικό με την Τουρκία, δηλαδή να δεχτούμε να λυθούν οι διαφορές μας όχι όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο αλλά όπως θέλει Τουρκία. Δηλαδή να παραιτηθούμε εξαρχής μόνοι μας από όλα όσα προβλέπει υπέρ μας το διεθνές δίκαιο. Με απλά λόγια, εμείς με συνυποσχετικό να έχουμε παραχωρήσει από πριν θαλάσσια οικόπεδα, αλλά και να ζητήσουμε μετά από τη Χάγη να βάλει τη σφραγίδα του τοπογράφου μηχανικού».

 

Πηγή: madata.gr