Κολωνός: Στον εισαγγελέα τρεις ανήλικες για το μαχαίρωμα

0
64

Στον εισαγγελέα Ανηλίκων οδηγήθηκαν, λίγο πριν από τις 12 το μεσημέρι, οι τρεις από τις επτά ανήλικες που συμμετείχαν σε αιματηρό επεισόδιο χθες το απόγευμα στον Κολωνό. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, όλα άρχισαν εξαιτίας ενός καυγά ανάμεσα στη μια παρέα και στην άλλη. 

Ανησυχητική αύξηση της εφηβικής βίας

Τα περιστατικά βίας ανάμεσα σε ανήλικους μαθητές εμφανίζονται ιδιαίτερα αυξημένα, αφού επέστρεψαν στα θρανία τους ύστερα από αρκετούς μήνες τηλεκπαίδευσης. Η ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου εξηγεί στο «Ποντίκι» τι προκαλεί αυτά τα κρούσματα βίας στους μαθητές:

«Η βία είναι ένα θέμα που πάντα μας απασχολούσε. Βλέπουμε ότι τα τελευταία χρόνια ενδεχομένως υπάρχει μια αύξηση αυτών των περιστατικών, που μας ανησυχεί όλους. Από την εποχή της οικονομικής κρίσης έχουν αρχίσει να αυξάνονται τα περιστατικά και τώρα, με την υγειονομική κρίση που βιώνουμε εδώ και 15-16 μήνες, όλο και περισσότερο έρχονται στη δημοσιότητα περιστατικά εφηβικής βίας και παραβατικότητας.

Δεν είναι εύκολη η ερμηνεία, διότι είναι πολυπαραγοντικής αιτιολογίας. Να μην ξεχάσουμε ότι τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά βρίσκονται στην εφηβεία. Συνήθως αυτά τα συμβάντα παρατηρούνται σε παιδιά από τα 10-11 χρόνια μέχρι τα 17-18 χρόνια» επισημαίνει.

Απώλεια προσανατολισμού

«Αυτή την περίοδο τα παιδιά προσπαθούν να δομήσουν την προσωπική τους ταυτότητα, να αποκτήσουν το δικό τους στίγμα, να ανεξαρτητοποιηθούν από τους γονείς. Σε αυτή την προσπάθεια μερικές φορές δυσκολεύονται αρκετά. Πολλές φορές επειδή δεν μπορούν να βρουν τον στόχο τους, η αναζήτηση μιας παρέας συνομηλίκων που θα τα κάνει αποδεκτά θα τα βοηθήσει ιδιαιτέρως επειδή θα διοχετεύσει την αγωνία και την ανησυχία τους και θα τους προσδώσει μια προσωπική ταυτότητα, ότι ανήκουν κάπου, ότι έχουν μία αξία» τονίζει η Αλεξάνδρα Καππάτου και προσθέτει:
«Δυστυχώς, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να χάσουν λίγο τον προσανατολισμό, διότι μπορεί να ενταχθούν σε κάποια ομάδα συνομηλίκων που μπορεί να αναπτύξει παραβατική συμπεριφορά».

Παιδιά που δεν έχουν καλή επικοινωνία με την οικογένειά τους ή προέρχονται από δυσλειτουργικές οικογένειες και έχουν διάφορα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα ενδέχεται να εμπλέκονται περισσότερο σε τέτοιου είδους καταστάσεις, σύμφωνα με την παιδοψυχολόγο.
«Νιώθουν παντοδύναμα μέσα από αυτή την ομάδα ανηλίκων και προσπαθούν μέσα από διάφορες πράξεις να αποδείξουν την προσωπική τους αξία και τον λόγο της ύπαρξής τους. Αυτά τα παιδιά παρουσιάζουν διαφόρων ειδών προβλήματα και στην ψυχική σφαίρα, προβλήματα συμπεριφοράς, έντονο άγχος, μεγάλη ανασφάλεια κι άλλου είδους προβλήματα» προσθέτει.

Από την πλευρά του ο ψυχοθεραπευτής Γιώργος Λάγιος υποστηρίζει στο «Ποντίκι» ότι «στις ομάδες κάποιος είναι ο αρχηγός και υπάρχουν και οι άλλοι, οι οποίοι ακολουθούν. Εκεί έχουμε και το ζήτημα των άβουλων παιδιών, τα οποία έχουν χάσει λίγο τον δρόμο τους και δυστυχώς γίνονται συνυπαίτια σε όλα αυτά».

Ο ρόλος των γονέων

Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει το μοντέλο λειτουργίας της οικογένειας ενός παιδιού.
«Πολλά από αυτά τα παιδιά έχουν υποστεί και τα ίδια μια βίαιη συμπεριφορά από τους ίδιους τους γονείς ή υπήρχε ένα περιβάλλον στο οποίο υπήρχε ενδοοικογενειακή βία και δυσλειτουργία της οικογένειας, οπότε μπορεί να μιμηθούν το μοντέλο της συμπεριφοράς, το οποίο έχουν βιώσει από τους γονείς τους στο πλαίσιο της σχέσης τους. Και τα ίδια είχαν υποστεί σοβαρές τιμωρητικές συμπεριφορές. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η βία παράγει βία» επισημαίνει η Αλεξάνδρα Καππάτου.

«Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές των παιδιών υπάρχουν μία ή περισσότερες ερμηνείες. Δεν μπορούμε να είμαστε φασόν για όλα τα παιδιά» συμπληρώνει.
«Είναι πολύ σημαντικό το αν οι γονείς θα δώσουν την ίδια σημασία στα ψυχικά και στα σωματικά τραύματα των παιδιών τους. Υπάρχουν πολλά ψυχικά τραύματα, τα οποία δεν εμφανίζονται αμέσως τις πρώτες μέρες. Εμφανίζονται ύστερα από λίγο καιρό» υπογραμμίζει ο Γιώργος Λάγιος.

«Γι’ αυτό χρειάζεται οι γονείς να παρακολουθούν το παιδί τους για λίγο καιρό, να παρατηρούν πώς είναι, πώς αισθάνεται, να το συζητήσουν όσο θέλει το παιδί, χωρίς πίεση. Να το ρωτήσουν αν θέλει να μιλήσει με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας και γενικότερα ό,τι χρειάζεται για να αισθανθεί ασφάλεια» συμπληρώνει.
Σε περίπτωση που το παιδί δεν θέλει να πάει ξανά στο σχολείο, ο Γιώργος Λάγιος υποστηρίζει ότι «θα πρέπει οι γονείς σίγουρα να μιλήσουν με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας και να γίνει και συνάντηση και με το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου και με τους γονείς για να δουν πώς θα διαχειριστούν το συγκεκριμένο παιδί, διότι κάθε παιδί έχει διαφορετικές ανάγκες. Κάποια παιδιά είναι πιο ευαίσθητα, κάποια παιδιά κρύβουν περισσότερο αυτό που αισθάνονται και το καταπιέζουν. Κάθε παιδί χρειάζεται μια ειδική μεταχείριση σε όλο αυτό».

Η τηλεκπαίδευση και τα social media
Η επαφή των παιδιών με τα social media και γενικότερα με την τεχνολογία είναι πολύ στενή, ιδιαίτερα στην εφηβεία. Υπάρχει σταθερή αύξηση του εκφοβισμού και της παραβατικότητας και μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα, αλλά και μέσα από τα social media, σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Καππάτου. «Αυτούς τους 16 μήνες ήταν βασικό μέσο επικοινωνίας μεταξύ τους η ενασχόληση με τα social media που πήρε τεράστια αύξηση στις προτιμήσεις τους και μάλιστα πρωταρχική σημασία είχε το Instagram» σημειώνει.

«Πολλές φορές τα παιδιά έκαναν γνωριμίες με άτομα τα οποία ήταν άγνωστα, με άτομα που μπορεί να ήταν επικίνδυνα και είναι πιθανό να τα οδήγησαν και σε συμπεριφορές επικίνδυνες. Τα παιδιά δεν είχαν την εκπαίδευση ούτε την ωριμότητα για να κρίνουν το πού και πώς θα λειτουργήσουν και μάλιστα το γεγονός ότι ήταν όλη τη μέρα κλεισμένα μπροστά στις οθόνες δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες» συμπλήρωσε.

«Όλοι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι υπάρχει αύξηση τουλάχιστον στη χρήση και μάλιστα κατάχρηση. Ενισχύθηκε αυτό και μέσα από την τηλεκπαίδευση. Τα παιδιά ήταν στο διαδίκτυο χωρίς έλεγχο, κι από μικρές ηλικίες. Υπήρχαν παιδιά που είχαν ως μοναδικό μέσο ενασχόλησης την επικοινωνία τους με τα social media και ακόμα και την ώρα του μαθήματος με την τηλεκπαίδευση με κλειστές κάμερες» τόνισε.
«Η μοναξιά των εφήβων καλυπτόταν μέσα από την επικοινωνία με τα παιδιά όλο το διάστημα αυτό.

Αρκεί να φανταστούμε ότι ένα διάστημα οκτώ μηνών τα παιδιά ήταν κλεισμένα στο σπίτι με ελάχιστες εξόδους. Τα πάντα γίνονταν μέσα από μία οθόνη: τα ιδιαίτερα, τα φροντιστήρια, τα μαθήματα ξένων γλωσσών, η επικοινωνία τους, η ψυχαγωγία τους ήταν κατά κύριο λόγο σ’ αυτά» καταλήγει.

Πηγή: madata.gr