Κορονοϊός: Αν έχετε εμβολιαστεί και με την αναμνηστική δόση δεν θα χρειαστείτε άλλη για μήνες, ή ακόμα και χρόνια

0
74

Αν έχετε εμβολιαστεί και με την αναμνηστική δόση κατά της Covid-19 πιθανότατα δεν θα χρειαστείτε άλλη για μήνες, ή ακόμα και χρόνια, υποδεικνύουν οι τελευταίες μελέτες.

Η παραλλαγή Όμικρον είναι ικανή να διαφεύγει από τα εξουδετερωτικά αντισώματα που προσφέρουν δύο δόσεις εμβολίου. Όμως η αναμνηστική δόση των εμβολίων mRNA παροτρύνει το ανοσοποιητικό σύστημα να παράγει μια μεγαλύτερη ποικιλία αντισωμάτων, από τα οποία θα ήταν δύσκολο να ξεφύγει οποιαδήποτε νέα παραλλαγή, δείχνει η πιο πρόσφατη μελέτη, η οποία πάντως δεν έχει ακόμα υποβληθεί σε ανεξάρτητο έλεγχο και παρουσιάζεται ως προδημοσίευση.

Ελληνας ο νεκρός του Euroferry Olympia – Αναγνωρίστηκε από τους οικείους του
«Αρχίζουμε να βλέπουμε μια φθίνουσα πορεία του οφέλους καθώς αυξάνεται ο αριθμός επιπλέον δόσεων» σχολίασε στους New York Times ο Τζον Ουέρι, διευθυντής3 του Ινστιτούτου Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Μια τέταρτη δόση μπορεί να είναι απαραίτητη σε άτομα άνω των 65 ή άλλες ομάδες, για τους περισσότερους όμως δείχνει περιττή, είπε.

Κυτταρική ανοσία
Τα αντισώματα όμως είναι μόνο μια πλευρά της ανοσίας. Σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Τ και Β κύτταρα της λεγόμενης κυτταρικής ανοσίας, τα οποία αναγνωρίζουν περισσότερα σημεία της πρωτεΐνης-ακίδας του ιού από ό,τι τα αντισώματα, είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να μετρηθούν.

Στην περίπτωση του κοροναϊού SARS, ο οποίος σκότωσε περίπου 800 άτομα στην ασιατική επιδημία του 2003, τα Τ κύτταρα που αναγνωρίζουν τον ιό επιζούν για τουλάχιστον 17 χρόνια, έδειχνε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2020 στο Nature.

 Από αριστερά, ανθρώπινο ερυθρό αιμοσφαίριο, θεομβοκύτταρο και Τ λεμφοκύτταρο (NCI-Frederick)
Στην περίπτωση του SARS-CoV-2, τρεις μελέτες που δημοσιεύτηκαν σε κορυφαία επιστημονικά τον τελευταίο μήνα δείχνουν ότι τα Τ κύτταρα που παράγονται μετά τον εμβολιασμό (με τα εμβόλια της Pfizer, της Moderna, της Joghnson & Jonhnson ή της Novavax) διατηρούν το 80% της αποτελεσματικότητάς τους έναντι της παραλλαγής Όμικρον. Δεδομένου ότι η Όμικρον φέρει πολυάριθμες μεταλλάξεις, είναι πιθανό ότι τα Τ κύτταρα θα παραμείνουν αποτελεσματικά και σε μελλοντικές παραλλαγές.

«Οι αντιδράσεις μνήμης μπορούν να διαρκέσουν πάρα πολύ» δήλωσε στους New York Times η Ουέντι Μπέργκερς, ανοσολόγος του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάνουν και επικεφαλής μίας από τις μελέτες, η οποία δημοσιεύεται στο Nature.

«Θα έλεγα ότι τα Τ κύτταρα είναι πιθανότατα πιο σημαντικά από ό,τι πιστεύει πολύς κόσμος» συμπλήρωσε ο Νταν Μάρουκ του Ιατρικού Κέντρου «Μπεθ Ίσραελ» στη Βοστόνη, επικεφαλής μιας δεύτερης μελέτης στο Nature. Δύο ακόμα μελέτες παρόμοια ευρήματα δημοσιεύεται στο Nature Medicine και στο επίσης έγκριτο Cell.

Β κύτταρα
Άλλες έρευνες εξετάζουν τον ρόλο των Β κυττάρων, τα οποία συνεχίζουν να θυμούνται τον ιό και μπορούν να παράγουν νέα αντισώματα εντός πέντε ημερών έπειτα από νέα επαφή με τον ιό.

Σε συνδυασμό, η προστατευτική δράση των Τ και Β κυττάρων ίσως εξηγεί γιατί οι άνθρωποι που προσβάλλονται από Covid-19 παρόλο που είχαν λάβει αναμνηστική δόση είναι απίθανο να αρρωστήσουν βαριά.

Νέα μελέτη στο Nature δείχνει ότι, έξι μήνες μετά τον αρχικό εμβολιασμό, τα Β κύτταρα συνεχίζουν να ωριμάζουν και να παράγουν όλο και πιο αποτελεσματικά αντισώματα, τα οποία μπορούν να αναγνωρίζουν μεγαλύτερο εύρος μεταλλάξεων. Η έρευνα δείχνει μάλιστα ότι η τρίτη εμβολίου παράγει μεγαλύτερη γκάμα Β κυττάρων, τα οποία διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος της αποτελεσματικότητάς τους έναντι των παραλλαγών Βήτα, Δέλτα και Όμικρον.

Φαίνεται λοιπόν ότι στους περισσότερους ανθρώπους η ανοσία έναντι του κοροναϊού διατηρείται για καιρό και μπορεί να αντιμετωπίζει τις νέες παραλλαγές. Ακόμα κι αν κάποιες περιοχές του ιού μεταλλαχθούν, θα υπάρχουν πάντα άλλες περιοχές που αναγνωρίζονται από τα Τ και Β κύτταρα.

Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη στο Nature Medicine, ένας στα πέντε εμβολιασμένα άτομα παρουσίασαν σημαντική μείωση των επιπέδων προστασίας που προσφέρουν τα Τ κύτταρα έναντι της Όμικρον. Η αιτία της πτώσης παραμένει άγνωστη, πιθανότατα όμως σχετίζεται με το γενετικό προφίλ, είπαν οι ερευνητές.

tanea

Πηγή: madata.gr