Στο μικροσκόπιο ο ύποπτος για τζιχάντ – Οι περιπέτειες μέχρι τη σύλληψη και η απολογία

0
14

Το αίτημα δικαστικής συνδρομής που απηύθυναν τον Νοέμβριο του 2019 στην Αντιτρομοκρατική οι γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας και η αιματηρή σύγκρουση μεταξύ αλλοδαπών την Τετάρτη 18 Νοεμβρίου, στο καμπ του Ελαιώνα, είναι τα δύο γεγονότα – καταλύτες που οδήγησαν στη σύλληψη και προφυλάκιση στο Μαλανδρίνο ενός Σύρου, με την κατηγορία της συμμετοχής στο Ισλαμικό Κράτος.

Ο 27χρονος, γνωστός στις γερμανικές αρχές με το ψευδώνυμο Αbu Qutada, που παραπέμπει στον παλαιστινιακής καταγωγής «πνευματικό ηγέτη της Αλ Κάιντα στην Ευρώπη», φέρεται να εντάχθηκε οικειοθελώς στο Ισλαμικό Κράτος στα μέσα του 2014. Ηταν τότε που μαχητές της οργάνωσης εισέβαλαν στη Μοσούλη και ο ηγέτης τους Αλ Μπαγκντάντι ανακήρυξε τη δημιουργία του Χαλιφάτου, που εκτεινόταν από τη Συρία έως το Ιράκ. 

Στην Ελλάδα ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 2018 μέσω Λέσβου και ενώ είχε φυλακιστεί και βασανιστεί από τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης. Το τελευταίο διάστημα έμενε με την έγκυο σύζυγό του και τα τέσσερα παιδιά τους σε ανοιχτή δομή φιλοξενίας μεταναστών στην περιοχή του Ελαιώνα. Οσα μεσολάβησαν μέχρι τη σύλληψή του περιγράφονται στο ρεπορτάζ της «Κ». 

Η συμπλοκή στο καμπ έγινε στη 1.30 μ.μ. της 18ης Νοεμβρίου. Σε αυτή συμμετείχαν 40 αλλοδαποί που ήταν οπλισμένοι κάποιοι με μαχαίρια και άλλοι με σπαθιά. Τα σενάρια για τα αίτια της συμπλοκής είναι δύο. Ορισμένες πληροφορίες από τη δομή αναφέρουν ότι ο 27χρονος είχε αθετήσει κάποια συμφωνία για την οποία προηγουμένως εισέπραξε χρήματα. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, τα επεισόδια ξέσπασαν όταν τα άτομα με τα οποία είχε συνάψει τη συμφωνία πήγαν να του ζητήσουν τον λόγο.

Πληροφορίες από αστυνομικές πηγές, που πάντως δεν κατέστη εφικτό να επαληθευθούν, αναφέρουν ότι ο 27χρονος, όπως και ορισμένα ακόμα άτομα από τη δομή συμμετείχαν σε διακίνηση μεταναστών και ναρκωτικών καθώς και σε υποθέσεις εκβιασμών. Αλλες πληροφορίες αποδίδουν στη συμπλοκή θρησκευτικά κίνητρα. Ο ίδιος ο 27χρονος, ενώ μεταφερόταν τραυματισμένος από χτύπημα με μαχαίρι στον «Ευαγγελισμό» για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, φέρεται να δήλωσε στο προσωπικό του ΕΚΑΒ ότι «ο λόγος της συμπλοκής ήταν θρησκευτικές διαφορές μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων». 

Δεν διανυκτέρευσε στο νοσοκομείο. Οδηγήθηκε στο Α.Τ. Κολωνού, που λόγω εγγύτητας είχε αναλάβει να συντάξει τη δικογραφία για τη συμπλοκή στον Ελαιώνα. Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, κατά την παραμονή του στο τμήμα ο 27χρονος φέρεται να εκτόξευσε απειλές κατά εκείνων που του είχαν επιτεθεί. Και στο καμπ, όμως, επικρατούσε αναταραχή. Πληροφορίες ανέφεραν ότι αραβικής καταγωγής άτομα σχεδίαζαν να προκαλέσουν επεισόδια και να πάρουν εκδίκηση για τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί. Κάποιες ώρες νωρίτερα, άγνωστοι είχαν βάλει φωτιά στον καταυλισμό, με τους εργαζομένους στη δομή να μιλούν για εμπρησμό. Για όλα τα παραπάνω ενημερώθηκε η Αντιτρομοκρατική και σύντομα κλιμάκιο της υπηρεσίας προσήγαγε τον 27χρονο στον 12ο όροφο της ΓΑΔΑ. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που τα στελέχη του τμήματος Διεθνούς Τρομοκρατίας της υπηρεσίας απασχολούσε η περίπτωση του Αbu Qutada.

Εναν χρόνο νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2019, οι γερμανικές αρχές είχαν υποβάλει αίτημα δικαστικής συνδρομής ζητώντας από την ελληνική αστυνομία να τους γνωστοποιήσει κάθε διαθέσιμη πληροφορία για τον 27χρονο. Δεν επρόκειτο για εκτέλεση διεθνούς εντάλματος σύλληψης αλλά για τη λεγόμενη Ευρωπαϊκή Εντολή Ερευνας, ένα νομικό εργαλείο που ενσωματώθηκε στο Δίκαιο της Ελλάδας το φθινόπωρο του 2017. Δεν είναι απολύτως σαφές για ποιον ακριβώς λόγο οι Γερμανοί είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον Σύρο. Κάποιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ερευνούσαν άτομα που είχαν συμμετάσχει στη σφαγή μελών της φυλής Σεϊτάτ, το 2014 στη επαρχία Ντέιρ αλ Ζορ της Συρίας.

Το φθινόπωρο εκείνου του έτους ο διευθυντής του Συριακού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ράμι Αμπντέλ Ραχμάν είχε δηλώσει στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Το Ι.Κ. αποκεφάλισε την Κυριακή τέσσερις άνδρες (μέλη) της φυλής Σαϊτάτ στην πόλη Μπουκάμαλ της επαρχίας Ντέιρ αλ Ζορ, τους οποίους κατηγόρησαν, μπροστά στο πλήθος που συγκεντρώθηκε για να παρακολουθήσει την εκτέλεση, ότι συνεργάζονταν με το καθεστώς (του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ)». Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, από τους μαχητές του Χαλιφάτου σφαγιάστηκαν 700 μέλη της φυλής, τα οποία θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Η Αντιτρομοκρατική ανταποκρίθηκε στο αίτημα, διαβιβάζοντας στη Γερμανία τον φάκελο του 27χρονου, ο οποίος έκτοτε παρέμενε στο ραντάρ της υπηρεσίας. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2020 και ενώ δεν είχε κινηθεί ποινική διαδικασία εναντίον του, η Ελληνική Αστυνομία απηύθυνε μέσω του ευρωπαϊκού οργανισμού δικαστικής συνεργασίας Eurojust ερώτημα στις γερμανικές αρχές, ζητώντας να μάθει εάν σκόπευαν να προχωρήσουν στην άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του. Από την εξέλιξη των γεγονότων προκύπτει το συμπέρασμα ότι η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική.

«Ημουν παρών στις εκτελέσεις αιχμαλώτων στη Συρία το 2014»

Αναρτημένο στο Διαδίκτυο (YouTube) υπήρχε ήδη από το 2017 ένα βίντεο που τραβήχτηκε το 2014 στις εγκαταστάσεις άντλησης πετρελαίου, στην περιοχή Αλ Ομάρ της Συρίας. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στη χώρα, που πέρασε υπό τον έλεγχο των μελών του Ισλαμικού Κράτους τον Ιούλιο του 2014. Στο βίντεο εμφανίζονται αιχμάλωτοι άνδρες, στοιχισμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο, με τα χέρια και τα μάτια δεμένα. Δίπλα τους υπάρχουν ένοπλοι, με σημαίες του Ισλαμικού Κράτους να φωνάζουν και να χτυπούν τους αιχμαλώτους. Ανάμεσα σε αυτούς διακρίνεται ένας άνδρας με σκουρόχρωμα μαλλιά και γένια και δεμένο στο μέτωπό του ένα ανοιχτόχρωμο φουλάρι. Ηταν ο 27χρονος Abu Qutada.

Το παραδέχθηκε ο ίδιος στα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής που τον ανέκριναν, δείχνοντάς του το σχετικό βίντεο, αμέσως μετά την προσαγωγή του  για τα γεγονότα στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα. Φέρεται να είπε ακόμα στους αστυνομικούς ότι οι αιχμάλωτοι ήταν μέλη της φυλής Σαϊτάτ, καθώς και ότι τέσσερις από αυτούς εκτελέστηκαν παρουσία του, με τη χρήση όπλου Μ16. Παρών στα γεγονότα ήταν και ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του Ι.Κ., ονόματι Abu Adam. Η ύπαρξη του επίμαχου βίντεο είχε, ήδη από τον Ιούνιο του 2020, επισημανθεί στα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., από μέλη συνεργαζόμενων υπηρεσιών του εξωτερικού. Οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν για συμμετοχή στο Ισλαμικό Κράτος καθώς και για συνδρομή σε ανθρωποκτονία κατά συρροήν. 

Στο βίντεο που αναρτήθηκε στο YouTube εμφανίζονται αιχμάλωτοι άνδρες και ένοπλοι με σημαίες του Ισλαμικού Κράτους. Ανάμεσα σε αυτούς διακρίνεται ένας άνδρας με σκουρόχρωμα μαλλιά και γένια και δεμένο στο μέτωπό του ένα ανοιχτόχρωμο φουλάρι. Ηταν ο 27χρονος Abu Qutada. 

Οι ισχυρισμοί

Απολογούμενος ενώπιον των αστυνομικών, πάντως, ισχυρίστηκε ότι εντάχθηκε στην οργάνωση όχι από την πίστη του στην ιδέα της δημιουργίας ενός ισλαμικού χαλιφάτου, αλλά για να εκδικηθεί για τον θάνατο συγγενών του από μέλη της οργάνωσης. «Μαζί με άλλα άτομα δηλώσαμε ότι θέλαμε να ενταχθούμε στο Ισλαμικό Κράτος. Στόχος μας ήταν να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη αξιωματούχων της οργάνωσης και στη συνέχεια να πάρουμε εκδίκηση», φέρεται να κατέθεσε απολογούμενος στους αστυνομικούς. Είπε ακόμα ότι συμμετείχε σε μπλόκα ελέγχου σε διάφορες περιοχές της Συρίας, αρνήθηκε ωστόσο ότι ο ίδιος πήρε μέρος σε μάχες. 

Επίσης υποστήριξε ότι δύο μήνες μετά την ένταξή του στο Ισλαμικό Κράτος κάποιος συγγενής του τον κατήγγειλε ότι δεν ήταν αρκετά πιστός στην οργάνωση. Κατά τον ίδιο, κίνησε τις υποψίες επειδή κατάφερε να δηλητηριάσει μαχητές του Χαλιφάτου. Φυλακίστηκε για 6 μήνες και στη συνέχεια του επιβλήθηκε ποινή δημόσιας διαπόμπευσης και ξυλοδαρμού. Τέσσερα χρόνια μετά τα γεγονότα που περιέγραψε κατεγράφη από αστυνομικούς του τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης στη Μόρια. Κατέθεσε αίτημα ασύλου, η εξέταση του οποίου μέχρι τη σύλληψή του δεν είχε ολοκληρωθεί. 

Την Τρίτη οδηγήθηκε στον ανακριτή συνοδευόμενος από δικηγόρο που του διόρισε το κράτος. Απολογούμενος αρνήθηκε τη συμμετοχή του στην οργάνωση και ισχυρίστηκε ότι όσα είπε στους αστυνομικούς ήταν προϊόν βασανισμού του κατά την παραμονή του στα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής. Ο ισχυρισμός του δεν έγινε δεκτός από τον εισαγγελέα και τον ανακριτή που διέταξαν την προφυλάκισή του. Τα εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν οδηγήθηκε στις φυλακές Μαλανδρίνου. Είναι πιθανό το επόμενο διάστημα οι ελληνικές διωκτικές και δικαστικές αρχές να ζητήσουν από τις αντίστοιχες γερμανικές να τους διαβιβάσουν στοιχεία και πληροφορίες που έχουν για τον 27χρονο προκειμένου να συμπεριληφθούν στον φάκελο της δικογραφίας. 

καθημερινή

Πηγή: madata.gr